Προσεχώς

Προσεχώς

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Οι ταινίες της εβδομάδας από Πέμπτη 21/02/2013

«Zero Dark Τhirty» (ΗΠΑ, 2012) της Κάθριν Μπίγκελοου, με τους Τζέσικα Τσαστέιν, Τζέιμς Γκαντολφίνι, Τζέισον Κλαρκ, Μαρκ Στρονγκ.

«Κάντε τη δουλειά σας! Φέρτε μου ανθρώπους να σκοτώσω!». Η διαταγή του επιτελικού στελέχους της CIA (Μαρκ Στρονγκ) προς την ομάδα των πρακτόρων με την αποστολή της ανεύρεσης και δολοφονίας του Οσάμα μπιν Λάντεν ακούγεται περί τα μέσα περίπου της ταινίας «Zero Dark Thirty». Ως τότε, ο θεατής θα έχει πάρει μια ισχυρότατη δόση από τις ενέργειες της υπηρεσίας που, όπως ο επιτελικός επισημαίνει, ελάχιστα αποτελέσματα έχει αποφέρει.

Πολύς ο θόρυβος αλλά μηδέν το αποτέλεσμα. Ή σχεδόν μηδέν γιατί η τύχη ήταν που τελικά έδωσε τη λύση. Ομως κατά βάθος ένα μεγάλο μέρος αυτής της υπερβολικά μεγάλης σε διάρκεια ταινίας μας λέει πόσο... αναποτελεσματικά λειτούργησε η CIA στην πολυετή προσπάθειά της ως προς τη διάσπαση του κυκλώματος της τρομοκρατίας για την ανεύρεση του ηγέτη της Αλ Κάιντα.

Σε αυτή την αναποτελεσματικότητα άλλωστε οφείλει την ύπαρξή της η ταινία. Η ώρα περνά μέσα από διάφορα «στολίδια». Απάνθρωπα βασανιστήρια, πολυήμερες καταπιεστικές ανακρίσεις υπόπτων αλλά και τα τραγικά λάθη των επιχειρήσεων της CIA σε διάφορα σημεία της Μέσης Ανατολής (Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ισλαμαμπάντ κ.α.). Το μάτι της Κάθριν Μπίγκελοου είναι μια γυναίκα πράκτορας (Τζέσικα Τσαστέιν) που έχει τη φήμη της «killer». Μέσα από το δικό της ταξίδι μαθαίνουμε τα πάντα. Ολα τα λάθη.

Για να καταλάβετε, μόνον και μόνον η εισαγωγή της ταινίας, η ανάκριση ενός υπόπτου από έναν πράκτορα της CIA (Τζέισον Κλαρκ) διαρκεί περί τα... 20'. Ο πράκτορας δέρνει, κρεμάει και ξεφτιλίζει τον ύποπτο όταν εκείνος τρομαγμένος, αφοδεύει πάνω του. Συχνά καταφεύγει στο δημοφιλές βασανιστήριο του water boarding όπου η ανάσα του ανακρινόμενου κόβεται ενώ δέχεται νερό στο στόμα έχοντας το πρόσωπό του καλυμμένο με πετσέτα. «Είσαι cool που αντέχεις» του λέει κάποια στιγμή ο ανακριτής. «Αλλά στο τέλος όλοι σπάνε. Είναι θέμα βιολογίας». Είναι τόσο εξαντλητική η σκηνή που τελικά νιώθεις ότι ανακρίνουν εσένα.

Το γεγονός ότι το «Zero Dark Thirty» είναι η πρώτη αμερικανική ταινία που αναφέρεται στο παρασκήνιο αλλά και στο προσκήνιο του πολέμου κατά της τρομοκρατίας με απίστευτη ωμότητα και χωρίς να μασά τα λόγια της, ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ενόχλησε ως και τον Λευκό Οίκο. Στα τέλη της περασμένης χρονιάς η αμερικανική κυβέρνηση ανέθεσε σε ειδική επιτροπή έρευνα που αφορούσε τη σχέση της ταινίας με την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών. Η πιθανότητα διαρροής από τη CIA προς την Μπίγκελοου και τον σεναριογράφο της, Μαρκ Μπόαλ, άκρως απόρρητων πληροφοριών δεν αποκλείεται.

Η Μπίγκελοου είναι η πρώτη γυναίκα στην ιστορία του κινηματογράφου που απέσπασε το Οσκαρ σκηνοθεσίας για την εξίσου πολιτική ταινία «The hurt locker», όπου σεναριογράφος ήταν και πάλι ο Μπόαλ. Ενώ όμως στο «The hurt locker» οι αμερικανοί στρατιώτες που αντιμετώπιζαν τον αληθινό κόσμο του Ιράκ απενεργοποιώντας βόμβες στη Βαγδάτη ήταν ήρωες μυθοπλασίας, το «Zero Dark Thirty», στου οποίου τους τίτλους αρχής της ταινίας διαβάζουμε το πρωτοφανές ότι η ιστορία της είναι βασισμένη «σε μαρτυρίες πραγματικών γεγονότων από πρώτο χέρι» (firsthand accounts of actual events), μοιάζει με συνδυασμό μυθοπλασίας - ερευνητικής δημοσιογραφίας, χωρίς τελικά ούτε ακριβώς φαντασία να είναι ούτε όμως και ντοκυμαντέρ. Και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το μεγαλύτερό του κινηματογραφικό χάρισμα.

«O έρωτας της βασίλισσας» («En kongelig affaere»/ Royal affair», Δανία, 2012) του Νικολάι Αρσέλ, με τους Μαντς Μίκελσεν, Αλίσια Βικάντερ, Μικέλ Μπόε Φόλσγκαρντ.

Μια σχέση φιλίας, μια προδοσία, ένας παράνομος έρωτας και το νοσηρό πολιτικό παρασκήνιο μιας σκληρής εποχής για τη Δανία του 18ου αιώνα αναμειγνύονται στο μίξερ της τελευταίας ταινίας του ελληνικής καταγωγής (από την πλευρά της μητέρας του) δανού σκηνοθέτη Νικολάι Αρσελ, η οποία ήταν υποψήφια για τη Χρυσή Αρκτο στο περσινό Φεστιβάλ Βερολίνου και είναι υποψήφια για το Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας στα Οσκαρ που θα δοθούν την ερχόμενη Κυριακή.

Στην καρδιά της ιστορίας που είναι αληθινή (το βιβλίο του Μποντίλ Στέενσεν Λεθ διδάσκεται στα σχολεία της Δανίας) βρίσκεται ένα παράξενο ερωτικό τρίγωνο: ο βασιλιάς της Δανίας, η σύζυγός του, προερχόμενη από άλλη χώρα και ένας γιατρός μετανάστης που βρίσκεται στην αυλή τους υπηρετώντας με διαφορετικό τρόπο τον καθένα. Ο γιατρός έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του βασιλιά αλλά και την καρδιά της βασίλισσας που είναι η ερωμένη του.

Μέσα από αυτή την ιστορία των τριών αυτών ανθρώπων ο Αρσέλ (συν-σεναριογράφος του θρίλερ «Το κορίτσι με το τατουάζ») δομεί την ιστορία, που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω του διαφορετικού χαρακτήρα του κάθε προσώπου. Ο γιατρός (Μαντς Μίκελσεν) προσπαθεί να διατηρήσει σε ισορροπίες περπατώντας διαρκώς σε τεντωμένο σχοινί. Η βασίλισσα (Αλίσια Βικάντερ) αδυνατεί να κρύψει το πάθος της και νιώθεις ότι λειτουργεί αυτοκαταστροφικά. Και όσο για τον βασιλιά που υποδύεται ο πρωτοεμφανιζόμενος νεαρός ηθοποιός Μικέλ Μπόε Φόλσγκαρντ σε μια αβανταδόρικη  ερμηνεία που κυριαρχεί με άνεση των υπολοίπων, αυτός είναι τόσο παρορμητικός σε όλα που ποτέ δεν μπορείς να καταλάβεις τι ακριβώς έχει στο μυαλό του. Την ώρα που δείχνει εξαρτημένος από τον γιατρό, τον οποίο έχει επιλέξει ως σύμβουλό του, μπορεί να τον στείλει στον Καιάδα. Διόλου τυχαία το πιο αξιομνημόνευτο κομμάτι της ταινίας είναι η «μεταμόρφωση» του βασιλιά που χάρη στη βοήθεια και στην εκπαίδευση του γιατρού, από κακομαθημένο, άξεστο νιάνιαρο ανδρώνεται και αποκτά ώριμη ματιά και σκέψη .

Παράλληλα, η ταινία κινείται ευέλικτα σε ένα ακόμη ταμπλό, το πολιτικό παρασκήνιο και τις ίντριγκες που λαμβάνουν χώρα μέσα στο παλάτι με τους παρατρεχάμενους που προσπαθούν να διαβάλουν στον βασιλιά τον γιατρό για τα δικά τους συμφέροντα. Η ειρωνεία, που προσδίδει στην ταινία έναν αέρα επικαιρότητας, είναι ότι ο πιο καταπονημένος ήρωας της ιστορίας δεν είναι άλλος από τον ταλαιπωρημένο μετανάστη γιατρό που βρίσκεται στο έλεος και είναι... Γερμανός.

«Λόρενς για πάντα» («Lawrence anyways», Καναδάς, 2012) του Ξαβιέ Ντολάν, με τους Μελβίλ Πουπό, Ναταλί Μπέι, Σουζάν Κλεμάν.

Τι κάνεις όταν νιώθεις ότι η ζωή σου «δεν είναι αληθινή;» Οταν νιώθεις ότι δεν δείχνεις αυτό που πραγματικά είσαι; Οταν αισθάνεσαι άσχημα με το σώμα - και κυρίως με την ψυχή σου; Δύο είναι οι απαντήσεις. Ή αλλάζεις, ή όχι. Ή συμβιβάζεσαι με τον καθωσπρεπισμό και δεν βγάζεις άχνα, ή κάνεις την επανάστασή σου και όποιο θέλει ας είναι το τίμημα.

Αυτήν ακριβώς την οδό αποφασίζει να ακολουθήσει με γενναιότητα ο νεαρός ήρωας της τελευταίας ταινίας του 23χρονου καναδού σκηνοθέτη Ξαβιέ Ντολάν. Είναι ένας καθηγητής που δεν νιώθει άνετα με τον εαυτό του γιατί αυτό που πραγματικά θέλει είναι να ντύνεται και να βάφεται σαν γυναίκα. Ηρθε η ώρα να το κάνει.

Να όμως που όταν ο καθηγητής εμφανίζεται στο σχολείο με γυναικεία εμφάνιση, η πραγματικότητα στην οποία είναι αναγκασμένος να προσγειωθεί είναι κυριολεκτικά δυσβάσταχτη. Και βεβαίως όχι μόνον στο σχολείο. «Είναι μια επανάσταση» λέει στον φίλο του τον καθηγητή, πιο πολύ για να το ακούσει ο ίδιος. Και όπως συμβαίνει σε όλες τις επαναστάσεις, έτσι και σε αυτήν, το αίμα θα χυθεί. Τσακωμός στο μπαρ. Τον σπάνε στο ξύλο.  

Μόνον ένας ομοφυλόφιλος θα μπορούσε να μπει τόσο βαθιά μέσα στον ψυχισμό αυτού του καθηγητή που υποδύεται έξοχα ο Μελβίλ Πουπό. Η ομοφυλοφιλία του σκηνοθέτη Ξαβιέ Ντολάν έχει παίξει τεράστιο ρόλο στην κινηματογραφική καταξίωσή του μέσα από την ταινία «Σκότωσα τη μητέρα μου», την ταινία-έκπληξη του 2009, την οποία γύρισε μόλις στα 19 του. Από τότε η πορεία του είναι ανοδική.

Η μάνα παίζει και σε αυτήν τη ταινία σημαντικό ρόλο και η Ναταλί Μπέι που την υποδύεται δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία. Οπως πάντα, έτσι και τώρα είναι αδιάφορη και ψυχρή προς το παιδί της, δεν αντιδρά καθόλου όταν το βλέπει εξαθλιωμένο. «Ανέκεθαν ντυνόσουν περίεργα, ακόμα και ως παιδί» του λέει. Ομως το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο της ταινίας είναι η κοπέλα του ήρωα, η καταπληκτική Σουζάν Κλεμάν, μια εκρηκτική παρουσία που κυριαρχεί στην οθόνη ενώ προσπαθεί να βάλει σε τάξη τα συναισθήματά της μετά την αποκάλυψη του φίλου της.

Αν και φλύαρη σε ορισμένα σημεία (η διάρκειά της στα 168 λεπτά είναι υπερβολικά μεγάλη), η ταινία χωρίς ποτέ να καταφεύγει στο γκροτέσκο λέει με ειλικρίνεια ότι η... ειλικρίνεια είναι ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα στον κόσμο και ότι ορισμένες φορές απαιτεί τεράστια αποθέματα πείσματος και θάρρους για να επιβληθεί. 

«Μαθήματα ενηλικίωσης» («The sessions», ΗΠΑ, 2012) του Μπεν Λιούιν, με τους Τζον Χόουκς, Ελεν Χαντ , Γουίλιαμ Μέισι.

«Βρίσκομαι πάντα στη μέση των πραγμάτων» παραπονιέται ο Μαρκ (Τζον Χόουκς), ένας 38χρονος που από τον λαιμό και κάτω είναι παραπληγικός με μεταλλικό πνεύμονα και το μόνο που ονειρεύεται είναι κάποια στιγμή στη ζωή του να αγγίξει και να νιώσει, να απολαύσει τη χαρά του σεξ (ακούμε τις σκέψεις του μέσα από την off αφήγηση του Χόουκς, μια ένρινη φωνή με έντονη βοστωνέζικη προφορά, ελαφρώς ενοχλητική).

Η απόφασή του να γευτεί έστω και καθυστερημένα αυτή τη χαρά υλοποιείται όταν δέχεται να λάβει μέρος σε ένα ρεπορτάζ για τη σεξουαλική ζωή των σωματικά αναπήρων, γεγονός που τελικά θα τον φέρει σε επαφή με τη Σέριλ, μια θεραπεύτρια-πρακτικό του σεξ (Ελεν Χαντ).

Η σχέση των δύο αυτών ανθρώπων ορίζει την εξέλιξη της ιστορίας αλλά και την πορεία μιας ταινίας που χωρίς ποτέ να απογειώνεται σε κάτι αξέχαστο, καταλήγει σε ένα αξιοπρεπές, συμπαθητικό αποτέλεσμα. Πολλά βοηθούν σε αυτό γιατί - στ' αλήθεια τώρα - το να βλέπεις επί δύο ολόκληρες ώρες τον πρωταγωνιστή μιας ταινίας «κολλημένο» στο κρεβάτι επειδή δεν μπορεί να κινηθεί δεν είναι και το ευκολότερο θέαμα στον κόσμο.

Το γεγονός ότι η θεραπεύτρια έχει οικογένεια με τα δικά της θέματα (άνεργος σύζυγος που παρουσιάζεται ως φιλόσοφος, έφηβος γιος που δεν την αποκαλέι ποτέ μαμά) προσθέτει μια ιδιαιτερότητα  στο όλο εγχείρημα. Οι πιο ευχάριστες σκηνές πάντως είναι εκείνες στις οποίες ο παραπληγικός εξομολογείται στον ιερέα της περιοχής του (Γουίλιαμ Μέισι) που τον αντιλαμβάνεται καλύτερα από όλους. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου