ΟΛΑ ΟΣΑ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ 7Η ΤΕΧΝΗ.
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΝΕΑ - REVIEWS TAINIΩΝ, ΤRAILERS, POSTERS, ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΙ ΤΙ ΠΑΙΖΕΤΑΙ ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ΝΕΕΣ KΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ ΣΕ DVD & ΣΕ BLURAY, ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ, TEXNOΛΟΓΙΚΑ ΝΕΑ, ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΑΛΛΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΖΟΥΝ !!
Η ιστορία αγάπης του Τζακ και της Ρόουζ και πάλι στις αίθουσες στις 6 Απριλίου 2012.
Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από το παρθενικό και τραγικό ταξίδι του Τιτανικού, ο Τζέιμς Κάμερον αποφάσισε να κυκλοφορήσει ξανά στις αίθουσες ο Τιτανικός του, σε τρεις διαστάσεις αυτή τη φορά.
Αν και πολλοί είχαν αμφιβολίες σχετικά με την ποιότητα της μετατροπής σε 3D μιας ταινίας που δεν γυρίστηκε σε 3D, η διαδικασία της μετατροπής κράτησε αρκετούς μήνες.
Άλλωστε, ο Τζέιμς Κάμερον είναι γνωστός για την τελειομανία του και οι περισσότεροι εκτιμούν ότι το αποτέλεσμα δεν θα είναι τίποτα λιγότερο από ποιοτικό. Ήδη τα πρώτα σχόλια ήταν θετικά.
Η ιστορία αγάπης του Τζακ (Λεονάρντο Ντι Κάπριο) και της Ρόουζ (Κέιτ Ουίνσλετ) θα κυκλοφορήσει στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 6 Απριλίου, τέσσερις ημέρες πριν την συμπλήρωση των 100 χρόνων της έναρξης του ταξιδιού του Τιτανικού (10 Απριλίου 1912), σε 3D, 2D (με κρυστάλλινη εικόνα) και σε IMAX.
Το περίφημο Kodak Theater που φιλοξένησε τα τελευταία χρόνια τις τελετές απονομής των βραβείων Όσκαρ δεν θα ονομάζεται πια Kodak. Η εταιρεία αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία της με το θέατρο. Άγνωστο παραμένει εάν τα Όσκαρ θα συνεχίσουν να διεξάγονται εκεί.
Ο λόγος για την απόφαση της Eastman Kodak Co. είναι οικονομικός. Η εταιρεία είχε υπογράψει μία συμφωνία 74 εκατομμυρίων δολαρίων, προκειμένου να δώσει στο θέατρο το όνομά της.
Εξαιτίας, όμως, των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει το τελευταίο διάστημα, η Kodak αποφάσισε να διακόψει τη συμφωνία μέχρι να ανακάμψει.
Οικονομικοί σύμβουλοι της εταιρείας δήλωσαν πως τα πλεονεκτήματα για την εταιρεία είναι μικρά σε σχέση με το κόστος που απαιτείται για να ονομάζεται το θέατρο Kodak.
Η εταιρεία στην οποία ανήκει το θέατρο δεν είναι υποχρεωμένη να αφαιρέσει το Kodak από την πρόσοψή του πριν από τις 26 Φεβρουαρίου, ημέρα διεξαγωγής των βραβείων.
Από το 2002 το «παλάτι των Όσκαρ», χωρητικότητας 3.300 θέσεων, φιλοξενούσε τις τελετές απονομής των βραβείων.
Βρίσκεται στη γωνιά της Hollywood Boulevard και της Highland Avenue, μόλις ένα τετράγωνο απόστασης από το περίφημο Roosevelt Hotel όπου διεξήχθη η πρώτη τελετή απονομής των βραβείων το 1929.
Ο Μάρτιν Σκορσέζε δεν επαναπαύεται ποτέ. Αφού άνοιξε το δρόμο για την «επανάσταση» του αμερικανικού σινεμά τη δεκαετία του 1970, με ταινίες, όπως, ο Ταξιτζής, τώρα (στα 69 του χρόνια) επανεφευρίσκει τον ίδιο τον εαυτό του και επαναπροσδιορίζει τη χρήση του 3D στον κόσμο του σινεμά με τη φαντασμαγορία που ακούει στο όνομα Hugo.
Η ταινίαβασίζεται στο βιβλίο του Μπράιαν Σέλζνικ με τίτλο Η Εφεύρεση του Χιούγκο Καμπρέ (κυκλοφορεί και στα ελληνικά).
Η ταινία ξεκινά με ένα τράβελινγκ στο τρισδιάστατο Παρίσι για να καταλήξει μέσα σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ζει ένα ορφανό αγόρι που προσπαθεί να επισκευάσει ένα ρομπότ, νομίζοντας ότι αυτό κρύβει ένα μυστικό από τον νεκρό πατέρα του. Μια κλειδαριά σε σχήμα καρδιάς, ένα μενταγιόν, ένας γεροπαράξενος πωλητής παιχνιδιών, όλα θα αποκαλύψουν ένα μυστήριο που στην «ψυχή» του κρύβει μόνο... σινεμά.
Όπως γράφουν οι Cinεπιβάτες, ο Μάρτιν Σκορσέζε δεν χρησιμοποιεί το 3D ως στοιχείο εντυπωσιασμού, αλλά σαν αφηγηματικό εργαλείο.
Ακόμα και ο «βασιλιάς του 3D» Τζέιμς Κάμερον παραδέχθηκε τη χρήση των τριών διαστάσεων στο Hugo, χαρακτηρίζοντας την ταινία «αριστούργημα» και λέγοντας ότι αυτή είναι η καλύτερη χρήση 3D που έχει δει, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που έκανε ο ίδιος στις δικές του ταινίες!
Ο ίδιος ο Σκορσέζε έχει δηλώσει: «Δεν επρόκειτο για ένα απλό εφέ. Έχει να κάνει με την ιστορία και αξιοποιεί το χώρο ως στοιχείο της αφήγησης. Δουλεύοντας με αυτήν την τεχνική ανακάλυψα πως εμπλέκει και μεγεθύνει τον ηθοποιό. Είναι σαν να βλέπεις ένα άγαλμα να κινείται. Δεν είναι πλέον επίπεδο. Με την κατάλληλη υποκριτική και τις κατάλληλες κινήσεις γεννάται μια μίξη θεάτρου και κινηματογράφου, που δεν είναι ούτε σκέτο θέατρο ούτε σκέτος κινηματογράφος».
Και συνεχίζει: «Πάντοτε το έβρισκα συναρπαστικό. Πάντοτε ονειρευόμουν να κάνω μια τρισδιάστατη ταινία. Τα πρόσωπα αποκτούν μεγαλύτερη οικειότητα και ζεστασιά. Είναι πιο κοντά μας οι ηθοποιοί. Δημιουργείται μεγαλύτερο δέσιμο του κοινού με τους χαρακτήρες».
Το βιβλίο και η ταινία δίνουν σημαντικό ρόλο στον «μάγο του σινεμά» Ζορζ Μελιέ. Στον Μάρτιν Σκορσέζε, γνωστό κινηματογραφόφιλο, δεν θα μπορούσε παρά να φαντάζει ελκυστική η ιδέα του να αναφερθεί σε έναν τόσο σπουδαίο σκηνοθέτη, όπως ο Μελιέ.
Άλλωστε, το Ηugo φέρει κάτι από τη μαγεία και την αίσθηση των ταινιών του Μελιέ (όπως το Ταξίδι στη Σελήνη). Και -όπως λέει και ο Μελιέ στην ταινία του Σκορσέζε- απευθύνεται σε «μάγους, γοργόνες, ταξιδευτές, τυχοδιώκτες, θαυματοποιούς».
Με πολλές και ενδιαφέρουσες ταινίες animation, ελληνικές και ξένες, θα πραγματοποιηθεί το 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Animation της Αθήνας στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος από 1 έως 7 Μαρτίου.
Τιμώμενη χώρα φέτος θα είναι η Τσεχία, με ένα εκτεταμένο αφιέρωμα στην πρόσφατη, αλλά και παλαιότερη παραγωγή ταινιών animation.
Τιμώμενος καλλιτέχνης θα είναι ο Γερμανός, Τόμας Βέρτελς.
NBC is developing a series called Hannibal from Bryan Fuller, the man who brought us Pushing Daises and Dead Like Me.
The story for the show centers on Hannibal Lecter's early days, namely his time going head-to-head with FBI agent Will Graham, the agent who captured Lecter when the psychiatrist was on his murder spree. The back story between the two characters was alluded to in Thomas Harris' novel RedDragonand the films Manhunter and Red Dragon.
NBC has officially ordered up 13 episodes for the awesome sounding new thriller.
Του Μάρτιν Σκορσέζε. Φαντασίας, 2011, ΗΠΑ. 2 ώρες και 6 λεπτά. Με τους: Μπεν Κίνγκσλεϊ, Σάσα Μπάρον Κόεν, Εμιλι Μόρτιμερ, Ασα Μπάτερφιλντ, Κλόι Γκρέις Μορέτς
Ο Μάρτιν Σκορσέζε με το «Hugo» (όπως και ο Σπίλμπεργκ με τον «Τεν Τεν») φτιάχνει την ταινία που προφανώς ευχόταν να μπορούσε να είχε δει όταν ήταν παιδί. Σαν ηρωινομανής που αναζητά ξανά την πρώτη εκείνη ευδαιμονία, ο Σκορσέζε κατασκευάζει με πάθος και εμμονή ένα σύμπαν που αναπαράγει ακριβώς αυτό: την αίσθηση του θαυμασμού και δέους που μόνο ως παιδί έχεις βιώσει μπροστά σε μια μεγάλη οθόνη. Ο πρωταγωνιστής του, ο δεκάχρονος ορφανός Χιούγκο, ζει μέσα στα ρολόγια ενός σιδηροδρομικού σταθμού, κουρδίζοντάς τα και αναζητώντας τα απαραίτητα εξαρτήματα που θα τον βοηθήσουν να επιδιορθώσει ένα μηχανικό ρομπότ - το οποίο άφησε στη μέση ο νεκρός πατέρας του.
Κάπου εκεί γνωρίζει τον παπά Ζορζ, έναν ξινό αλλά πληγωμένο παππού, και τη βιβλιοφάγο, έξυπνη και χαριτωμένη εγγονή του, η οποία γίνεται σύμμαχός του σε μια υπέροχη περιπέτεια. Ενας συγκινητικός φόρος τιμής στο πρώιμο βωβό σινεμά του Ζορζ Μελιές -και τις μαγικές δυνατότητες του κινηματογράφου γενικότερα-, το «Hugo» είναι κεντημένο με μυριάδες φαντασμαγορικές, πολύχρωμες, ολοζώντανες λεπτομέρειες που δημιουργούν ένα εκρηκτικό, νοσταλγικό τρενάκι του λούνα παρκ. Κάτι σαν το όνειρο που εύχεσαι κι εσύ να βλέπεις κάθε βράδυ.
Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι / Tinker, Tailor, Soldier, Spy
Του Τόμας Αλφρεντσον. Κατασκοπικό δράμα, 2011, Γαλλία/Μ.Βρετανία/Γερμανία. 2 ώρες και 7 λεπτά. Με τους: Γκάρι Ολντμαν, Κόλιν Φερθ, Μαρκ Στρονγκ, Τζον Χαρτ.
Ο σκηνοθέτης που άφησε με μαγκιά «Το κακό να μπει» πριν από μερικά χρόνια, επανέρχεται με μια εξαιρετικά λεπτοδουλεμένη ταινία που σε πιάνει εξ απροόπτου. Το «Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι» δεν είναι -ευτυχώς για πολλούς λόγους- η πατροπαράδοτη ταινία με κατασκόπους που έχεις συνηθίσει. Η σκηνοθεσία του Αλφρεντσον, για να ξεκινήσουμε από τα βασικά, καλλιεργεί μια διακριτή ατμόσφαιρα και έναν πολύ συγκεκριμένο ρυθμό, ο οποίος σε μαγνητίζει και σε ρουφά χωρίς να το καταλάβεις.
Τα πράγματα κινούνται σε τεντωμένο σχοινί καθώς ο Γκάρι Ολντμαν, με την εκπληκτική αυτή ικανότητά του να επαναπροσδιορίζεται ερμηνευτικά σε κάθε ταινία, καλείται να ανακαλύψει έναν σοβιετικά προσφιλή χαφιέ που συμβιβάζει τη λειτουργία της Βρετανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, εν μέσω του κλιμακούμενου Ψυχρού Πολέμου. Ονόματα, πρόσωπα, υπονοούμενα, υποψίες, σκιές, διφορούμενες δηλώσεις και συγκαλυμμένες προθέσεις τοποθετούνται, ανακατεύονται και ξαναμοιράζονται πάνω στη στρατηγικά διαρρυθμισμένη σκακιέρα του Αλφρεντσον. Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Τζον Λε Καρέ, η ταινία του αποτελεί υπόδειγμα αυτοσυγκράτησης, ελέγχου, κομψότητας, μυστηρίου και, για να ρίξω τελείως το επίπεδο, επιλογής ωραιότατων ηθοποιών στο καστ.
Ερωτας από την αρχή / The Vow
Του Μάικλ Σάκσι. Ρομαντική κομεντί, ΗΠΑ/Βραζιλία/Γαλλία/Αυστραλία/Μ.Βρετανία/Γερμανία, 2011. 1 ώρα και 44 λεπτά. Με τους: Ρέιτσελ ΜακΑνταμς, Τσάνινγκ Τέιτουμ, Τζέσικα Λανγκ.
Ρομαντική κομεντί για μια γυναίκα η οποία ξυπνάει από κώμα για να ανακαλύψει πως δεν θυμάται τον σύζυγό της. Κι εκείνος πρέπει να κερδίσει εκ νέου την αγάπη της. Αφήστε τη φαντασία σας να καλπάσει.
Από μικρό μαθαίνεις την αλήθεια Για έκτη χρονιά το Φεστιβάλ Psarokokalo (16-22 Φεβρουαρίου, στην Ταινιοθήκη και το μπαρ «Nixon») επανέρχεται για να μας υπενθυμίσει την απολαυστική ζωντάνια και εφευρετικότητα των ταινιών μικρού μήκους. Με διαγωνιστικό τμήμα 58 ταινιών, αφιερώματα στις γερμανικές μικρού μήκους, σε ταινίες που γυρίστηκαν κατά τη διάρκεια της αιγυπτιακής επανάστασης, αλλά και στο πρότζεκτ Istanbul Express όπου οι συμμετέχοντες έπρεπε να δημιουργήσουν μια ταινία καθώς ταξίδευαν με το τρένο για την Πόλη, με προβολές για παιδιά, μια ημερίδα για τη χρηματοδότηση και τη διανομή και τη φωτογραφική έκθεση Κινηματογραφικός καμβάς, το Psarokokalo αντικρούει περήφανα... τις ειρωνείες περί μεγέθους. Φυσικά θα γίνει και πάρτι το Σάββατο 18/1 στο «Belafonte». Για λεπτομέρειες, psarokokalo.gr
Τολμάτε;
Ενα μίνι αφιέρωμα σε τολμηρές, αμφιλεγόμενες ταινίες με τον τίτλο «Ταινίες που τόλμησαν!» προτείνουν η Κωνσταντίνα Βούλγαρη και η Μαρία Λούκα. Από 16 έως 18 Φεβρουαρίου δείτε -ξανά ίσως- τον «Κήπο» του Τάκη Σπυριδάκη, τη «Γλυκιά συμμορία» του Νικολαΐδη, τη «Μανία» του Γιώργου Πανουσόπουλου, την «Παραγγελιά» του Παύλου Τάσιου, τον «Αγγελο» του Γιώργου Κατακουζηνού και τη «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα στο CAMP (πρώην Higgs). Για το πρόγραμμα, campoint.gr
Δεν έχουν περάσει παρά ελάχιστοι μήνες από τότε που όλα τα μέσα ενημέρωσης του πλανήτη διέκοπταν το πρόγραμμά τους για να ανακοινώσουν τον θάνατο μιας ποπ σταρ και το όνομα Εϊμι Γουάινχαουζ εξακολουθεί να λάμπει στο μουσικό στερέωμα. Ηταν το απόλυτο φαινόμενο κι αυτή που ανέτρεψε τα δεδομένα της σύγχρονης μουσικής, πουλώντας περισσότερους δίσκους από οποιονδήποτε άλλον και κάνοντας κυριολεκτικά τον κόσμο να παραληρεί στο άκουσμα του ονόματός της. Σε μια εποχή που δεν φημίζεται για τα μεγάλα της αστέρια, η Εϊμι ήρθε για να μας θυμίσει ότι η έντονη λάμψη τους είναι ανάλογη της σύντομης διάρκειάς τους.
Τι είναι όμως αυτό που έκανε την Εϊμι Γουάινχαουζ, μια Βρετανή εβραία από τα φτωχά προάστια του Λονδίνου, να γίνει το μουσικό φαινόμενο αλλά και το style icon του πλανήτη; Ποιο είναι το μυστικό που δικαιολογεί την ξαφνική άνοδο και το μοιραίο τέλος της; Το «Θέμα», προσφέροντας στους αναγνώστες του τα δύο μοναδικά και διάσημα άλμπουμ της καριέρας της, το «Frank» και το «Back to black», μαζί με δύο bonus CD και ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή της μας δίνει την αφορμή να ξαναδούμε το φαινόμενο Εϊμι Γουάινχαουζ και να θυμηθούμε τις σημαντικότερες στιγμές της εντυπωσιακής αλλά τόσο σύντομης καριέρας της.
«Ποια είναι αυτή η πιτσιρίκα;»
Οταν η Εϊμι Γουάινχαουζ έσκασε κυριολεκτικά σαν διάττοντας αστέρας στη μουσική βιομηχανία της ποπ, τα πάντα έμοιαζαν απολύτως προβλέψιμα. Οι φωνές ήταν μετρημένα ναζιάρικες, τα κορίτσια σχεδόν ομοιόμορφα, το αμπαλάζ στημένο και οι στίχοι απογοητευτικοί. Επιπλέον, τα πάντα μοιράζονταν ανάμεσα στους ποιοτικούς-εναλλακτικούς και στους εμπορικούς, οι οποίοι βρίσκονταν σε θανάσιμο πόλεμο μεταξύ τους. Μέχρι που εμφανίστηκε αυτή η πιτσιρίκα με τη βραχνή φωνή και το παράξενο στυλ -που δεν θα την έλεγες καν όμορφη- για να τραβήξει πάνω της τα φλας και τα βραβεία σαν μαγνήτης.
Ενώνοντας ιδανικά τις περίφημες κριτικές με τη λατρεία του κόσμου η Εϊμι Γουάινχαουζ κατάφερε μόλις σε δύο χρόνια (από το 2006 μέχρι το 2008) να συντρίψει όλα τα ρεκόρ πωλήσεων πουλώντας μια συνταγή εντελώς δική της και καθόλου κατασκευασμένη. «Κανείς δεν πιστεύει ότι αυτή η φωνή δεν ανήκει σε μια γυναίκα που έχει φάει τα μπαρουτοκαπνισμένα τζαζόμπαρα με το κουτάλι», έγραφε σε μία από τις πρώτες κριτικές του ο «Guardian» για το «Frank» με το οποίο κάνει την εμφάνισή της η πιτσιρίκα τότε Εϊμι. «Και κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι αυτή η βραχνή φωνή ανήκει σε μια 19χρονη», συμπλήρωνε ο περίοπτος μουσικός κριτικός του «Guardian». Το «Frank» -που θα προσφέρει το «Πρώτο Θέμα» την ερχόμενη Κυριακή μαζί με το δεύτερο bonus CD- δεν ενθουσίασε μόνο τους κριτικούς αλλά έφερε και τις πιο απρόσμενες διακρίσεις που γνώρισε ποτέ πρωτοεμφανιζόμενος. Κάπως αμήχανη με την πρόωρη επιτυχία, η Εϊμι δεν προλαβαίνει να απαντά σε συνεντεύξεις επιβεβαιώνοντας ότι έγραψε μόνη της το σπαραξικάρδιο και άκρως αισθησιακό «Stronger than me», το ατμοσφαιρικό «I heard love is blind» και το άκρως συνειδητοποιημένο για μια κοπέλα που δεν έχει κλείσει καν τα είκοσι «What is it about men». Το ιδανικό μίγμα της ψαγμένης νεο-τζαζ με σόουλ και dub αποχρώσεις σε συνδυασμό με τους ειλικρινείς αλλά απόλυτα κυνικούς στίχους που έγραφε η ίδια στο «Frank» έδειχνε να κατακτά τις ανοιχτές σε νέες επιρροές καρδιές των μουσικόφιλων.
Το «Τελευταίο αντίο», ένα αποκαλυπτικό ντοκιμαντέρ
Οπως μας αποκαλύπτει το «Τελευταίο αντίο», το ντοκιμαντέρ που ρίχνει άπλετο φως στη ζωή και τα χαρίσματα της Εϊμι Γουάινχαουζ, αν δεν ήταν τόσο αυθεντική, αν το στυλ της δεν ήταν τόσο πρωτόγνωρο και αληθινό, και αν δεν έγραφε η ίδια τους στίχους και δεν τους τραγουδούσε καταθέτοντας την ψυχή της, το κοινό θα το καταλάβαινε. Και δεν θα έδειχνε τη μοναδική αυτή ανταπόκριση. Δεν υπήρχε κανείς να μη γοητευτεί από αυτό το μοναδικό μουσικό απόσταγμα ρετρό αναπόλησης, μυρωδιάς βόρειου Λονδίνου και υψηλής αισθητικής. Εχοντας μεγαλώσει ακούγοντας φανατικά Φρανκ Σινάτρα και όλους τους δίσκους των ανεπανάληπτων κρούνερ -ο πατέρας της ήθελε να γίνει ένας από αυτούς- και των κοριτσιών της Motown, η φιλόδοξη δημιουργός ήξερε πολύ καλά, πριν από το ντεμπούτο της, ποιο θα είναι ακριβώς το μουσικό της στίγμα. Επιπλέον, η σόουλ αισθησιακή της φωνή συνοδεύεται κι από το ιδανικό αμπαλάζ που εφηύρε η ίδια αποτίοντας έτσι φόρο τιμής στις αγαπημένες ντίβες της δεκαετίας του ’50 και του ’60 με τον ψηλό κότσο και τα έντονα βαμμένα μάτια (ένα στυλ που τίμησε ο Καρλ Λάγκερφελντ κι εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να υιοθετούν οι πασαρέλες όλου του κόσμου).
Το μόνο που έλειπε για να ολοκληρωθεί το μοναδικά ρετρό ίματζ της Εϊμι ήταν η τόλμη: γι’ αυτό και πολύ σύντομα οι τεράστιοι κότσοι και τα κολλητά φορέματα που έφερναν στον νου τις παλιές σέξι ντίβες συμπληρώθηκαν με τα διάστικτα σε όλο της το κορμί τεράστια τατουάζ. Τα πάντα άλλωστε πάνω της είχαν μια δόση μυθιστορηματικής υπερβολής: η τζαζ φωνή της έβγαινε ανεπαίσθητα και με τεράστιο τσαμπουκά μέσα από ανεπανάληπτες μελωδίες και δυνατά ξεσπάσματα. Και το κυριότερο: η Εϊμι έπειθε ακόμη και όσους δεν είχαν ξανακούσει τζαζ ότι η μουσική της αφορούσε τους πάντες.
Τα συναισθήματά της -όπως καταθέτουν κι οι συγγενείς της στο σχετικό ντοκιμαντέρ- ήταν αυθεντικά. Βίωσε εξαιρετικά έντονα την εγκατάλειψη από τον φίλο της, καθώς και το ότι ήταν φτιαγμένη για έντονες σχέσεις και όμορφες νότες. Μόνο που διέθετε το στίγμα που συνοδεύει κάθε γεννημένο καλλιτέχνη: υψηλό ταλέντο ταυτισμένο με μεγάλες δόσεις αυτοκαταστροφής. Οι πρώτες εμφανίσεις της στα τζαζ μπαρ του Λονδίνου μπορεί να ήταν άκρως επιτυχημένες -όπως κι αυτές στην τηλεόραση- αλλά περιελάμβαναν σχεδόν καθημερινά τεράστιες δόσεις αλκοόλ. Ενίοτε μάλιστα εναλλάσσονταν με απαγορευμένες ουσίες που γίνονταν ολοένα περισσότερες, όταν η νέα ερμηνεύτρια γνώρισε τον μεγάλο της έρωτα και αμετανόητο τζάνκι, τον Μπλέικ Φίλντερ-Σίβιλ. Ο εντελώς άσημος τεχνικός της μουσικής και η δημοφιλέστατη ανά τον πλανήτη ντίβα ερωτεύονται, αλλά εκείνος έχει ήδη δεσμό τον οποίο δύσκολα αποφασίζει να εγκαταλείψει για χάρη της.
Οπως πολύ σοφά επισημαίνει και το ντοκιμαντέρ, αν δεν υπήρχε η μοιραία και ανέφικτη σχέση με τον Μπλέικ, πιθανόν το «Back to black» να μην ήταν τόσο θεσπέσιο και μοναδικό. Να μην ήταν γραμμένο με το ίδιο της το αίμα που ένιωθε να την εγκαταλείπει όταν εκείνος έφυγε από κοντά της, αλλά και λέρωνε τα ρούχα της μετά τους τακτικούς -είναι αλήθεια- μεταξύ τους ξυλοδαρμούς (αγαπημένο θέμα των παπαράτσι). Ο Μπλέικ είναι αναμφίβολα το πρόσωπο που στιγμάτισε την παράφορα ερωτευμένη Εϊμι καθώς κι αυτός που θα καθορίσει τη ζωή της (και όπως λένε μερικοί, έστω και άθελά του, το μοιραίο τέλος της).
Η συντριπτική επιτυχία του «Back to black»
Το «Back to black» -που προσφέρει το «Πρώτο Θέμα» τη δεύτερη Κυριακή στους φαν της Εϊμι μαζί με το εξαιρετικό bonus CD- έσκασε κυριολεκτικά σαν πυροτέχνημα στον χώρο της μουσικής. Τα πληγωμένα συναισθήματα διοχετεύτηκαν σε γραμμένους εκ βαθέων στίχους, ενώ οι μουσικές που ακροβατούσαν ανάμεσα στην r’n’b, την τζαζ, τη σόουλ και τη φανκ ξεδιπλώνονταν αναπάντεχες, μοντέρνες, δουλεμένες μέχρι την τελευταία τους ίντσα. Ηταν ένα από τα ελάχιστα άλμπουμ που έβγαλαν επιτυχίες από το πρώτο track μέχρι το τελευταίο, χωρίς μάλιστα να προλαβαίνουν να διαδέχονται το ένα το άλλο στις κορυφές των charts. Κι αυτή η καθολική ανταπόκριση του κοινού ίσως να εξηγεί και το απόλυτο φαινόμενο Εϊμι: δεν υπήρξε ποτέ η τραγουδίστρια του ενός σουξέ, αλλά η ερμηνεύτρια των μεγάλων και απόλυτων επιτυχιών. Ηταν η δημιουργός, η απεγνωσμένη καλλιτέχνις, η αλλόκοτη αυθεντική περσόνα. Η ποπ κουλτούρα είχε ήδη ανακαλύψει το νέο είδωλό της, το οποίο εκτός από μουσικά προσόντα διέθετε και ένα σκοτεινά γοητευτικό εκτόπισμα. Δεν επρόκειτο απλώς για άλλη μια ξενέρωτη ερωτοχτυπημένη πιτσιρίκα, αλλά για μια επιβλητικά θηλυκή φιγούρα με μπόλικο τσαμπουκά.
Ηταν αυτή που σερνόταν όλο νάζι στα πατώματα για το βιντεοκλίπ του «Rehab», τραγουδώντας όλο ειλικρίνεια «Προσπάθησες να μου πεις να πάω για αποτοξίνωση, αλλά εγώ δεν πάω», ενώ στο επόμενο βίντεο τού «Ξέρεις ότι είμαι μεγάλος μπελάς/ δεν είμαι καλό κορίτσι», η βραχνή αισθαντική της φωνή αποκάλυπτε όλο το ταλέντο που έχει ένας πληγωμένος άνθρωπος που μετατρέπει τα προσωπικά του αδιέξοδα σε υψηλή τέχνη. Ισως επειδή ήξερε από τότε ότι ακόμη κι αν η τέχνη της ήταν προορισμένη να απογειωθεί, ο έρωτας ήταν γραφτό να την καταρρακώσει. Το πιο όμορφο και μελωδικό τραγούδι του δίσκου, επάξιο ιστορικών τζαζ κομματιών, το «Love is a loosing game», αποδεικνύει τη δεδομένα καταστροφική γι’ αυτήν υφή του έρωτα. Οσο για το τελευταίο κομμάτι του ίδιου άλμπουμ και επίσης δεδομένη επιτυχία, αυτό είναι από μόνο του δηλωτικό της εντυπωσιακής πορείας που θα ακολουθήσει: ο τίτλος του «Addicted» («Εξαρτημένη») έμελλε να επαληθεύσει με τον χειρότερο τρόπο το τραγικό της ταξίδι στον κόσμο των παραισθήσεων.
Αν εξαιρέσει κανείς τη μοναδική έκλαμψη νηφαλιότητας που πέτυχε όταν ηχογράφησε μια σειρά από μερικά κομμάτια -τα οποία επίσης προσφέρει το «Πρώτο Θέμα» ως bonus CD- μετά το «Back to black», η Εϊμι Γουάινχαουζ δυστυχώς δεν υπήρξε ποτέ αρκετά ματαιόδοξη ώστε να προστατεύσει τον εαυτό της, τα άπειρα χρήματα και την καριέρα της. Αφέθηκε χωρίς κρατήματα και στεγανά στα σκοτεινά μονοπάτια όπου την οδήγησαν το πάθος και ο πηγαίος αυθορμητισμός της, κάτι που απέβη ανεπανόρθωτα μοιραίο. Μάταια προσπάθησαν οι γύρω της, όπως ο φίλος και παραγωγός της Μαρκ Ρόνσον -στον οποίο οφείλει μεγάλο κομμάτι της επιτυχίας της-, να την αποσπάσουν από τη μη αναστρέψιμη πορεία. Ο τελευταίος ωστόσο πρόλαβε να ηχογραφήσει μαζί της μερικά εξαιρετικά κομμάτια τα οποία περιλαμβάνονται στο δεύτερο bonus disc: από το απόλυτο σουξέ του «Valerie» μέχρι το υπέροχο «Cupid» και το «You ’re wondering now». Οπως επισημαίνεται και στο ντοκιμαντέρ που προσφέρει το «Πρώτο Θέμα», ο Μαρκ Ρόνσον ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που εμπιστευόταν απολύτως η Εϊμι, αυτός που κατάφερε να απογειώσει το ταλέντο της και να αναδείξει στο έπακρο το υλικό της.