Προσεχώς

Προσεχώς

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Οι ταινίες της εβδομάδας από Πέμπτη 04/07/2013

«Ο μοναχικός καβαλάρης» («The Lone Ranger», ΗΠΑ, 2013) του Γκορ Βερμπίνσκι, με τους Τζόνι Ντεπ, Αρμι Χάμερ, Ελενα Μπόναμ Κάρτερ, Ντέιβιντ Φίχτνερ.
Γεμάτο με αναφορές σε παλιές ταινίες, από τα σπαγκέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε (κυρίως το «Κάποτε στη Δύση») ως τις ταινίες του Σαμ Πέκινπα,ο «Μοναχικός καβαλάρης» είναι ένα πολύ διασκεδαστικό, πολύ γρήγορο αλλά και πολύ έξυπνο γουέστερν που ξαναζωντανεύει τον μύθο του μασκοφόρου εκδικητή Lone Ranger στη μεγάλη οθόνη, όπου ο ήρωας ποτέ δεν έκανε αισθητή την παρουσία του (ξεκίνησε ως ραδιοφωνικό σόου τη δεκαετία του 1930 και αργότερα πέρασε στην τηλεόραση με επιτυχία).

Ο Lone Ranger ήταν κάτι σαν τον Ζορό στο Μεξικό ή τον Ρομπέν των Δασών στην Αγγλία. Φορώντας τη μάσκα του ώστε να μην αναγνωρίζουν ποτέ την πραγματική του ταυτότητα, υπερασπιζόταν τους κατατρεγμένους και κυνηγούσε την αδικία.

Η ουσιαστική αλλαγή στην ταινία του Γκορ Βερμπίνσκι είναι ότι αυτή τη φορά τον πρώτο λόγο στην ιστορία έχει το δεξί χέρι του εκδικητή Ranger (Αρμι Χάμερ), ο Ινδιάνος Κομάντσι Τόντο, τον οποίο υποδύεται ένας χειμαρρώδης Τζόνι Ντεπ σε ακόμη μία πολύ καλή στιγμή τής ούτως ή άλλως τόσο ενδιαφέρουσας καριέρας του. Με τη σκαμμένη, καμένη και βαμμένη φάτσα του, με την τραυματισμένη ψυχή του και με τα λίγα αλλά ουσιαστικά λόγια του, ο Τόντο του Ντεπ ξεφεύγει από την εικόνα της απλής «μαριονέτας» που είχε σε παλαιότερες εκδοχές του μύθου και αποκτά στυλ και προσωπικότητα.

Παρά τη μεγάλη διάρκειά της, η ταινία σε κερδίζει χάρη στο αστείρευτο κέφι της, το οποίο είναι αποτέλεσμα και των ζουμερών δεύτερων ρόλων: η Ελενα Μπόναμ Κάρτερ σε ρόλο τσατσάς με ξύλινο πόδι όπου κρύβει όπλο, ο Ντέιβιντ Φίχτνερ κακοποιός - κανίβαλος, ο Τομ Γουίλκινσον σαδιστής ονειροπόλος. Αν όμως δεν υπήρχε η τόσο καλή χημεία ανάμεσα στον σκηνοθέτη Βερμπίνσκι και στον Ντεπ, με τον οποίον ο ηθοποιός γύρισε τη μεγαλύτερη ως τώρα επιτυχία της καριέρας του, τους «Πειρατές της Καραϊβικής», η ταινία θα ήταν σαφώς κατώτερη. 
 
 
 
«Ανοιχτοί λογαριασμοί»
(«Hit and run», ΗΠΑ, 2013) του Νταξ Σέπαρντ, με τον ίδιο και τους Κρίστεν Μπελ, Τομ Αρνολντ, Μπράντλεϊ Κούπερ.

Το ένα αστείο περιστατικό διαδέχεται το άλλο - και μάλιστα με φρενήρεις ρυθμούς - κατά τη διάρκεια αυτής της περιπετειώδους κωμωδίας που έγραψε και σκηνοθέτησε ο νεαρός πρωταγωνιστής της Νταξ Σέπαρντ, ένας τύπος που θυμίζει «κράμα» από Σαμ Ρόκγουελ και Οουεν Γουίλσον, χωρίς να είναι τίποτε από τα δύο. Από το όνομα και μόνο του ήρωα που υποδύεται ο Σέπαρντ αντιλαμβάνεσαι το πνεύμα της ταινίας. Παίζει έναν πρώην κακοποιό σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων ονόματι... Τσάρλι Μπρόνσον, αν και το πραγματικό του όνομα είναι... Γιουλ Πέρκινς επειδή ο πατέρας του γούσταρε τον Γιουλ Μπρίνερ! Η μονότονη ηρεμία της ζωής του θα αλλάξει όταν αποφασίζει να μεταφέρει ο ίδιος την κοπέλα του (Κρίστεν Μπελ) στο Λος Αντζελες, όπου πρέπει να πάει για να πιάσει δουλειά, κάτι που θα αναλάβει αυτός βγάζοντας από τη μούχλα το παλιό αυτοκίνητό του.

Αυτό όμως θα σημάνει ένα απίστευτο κυνηγητό στη μέση της αμερικανικής υπαίθρου με πολλές απρόβλεπτες καταστάσεις και με πολλούς εκκεντρικούς ήρωες που κινούνται στα όρια της ηλιθιότητας. Ενας από αυτούς, ο αδέξιος «φύλακάς» του (Τομ Αρνολντ), ο οποίος έχει το συνήθειο να χάνει το αυτοκίνητό του και να πυροβολεί χωρίς λόγο. Ενας άλλος, ο κακοποιός τον οποίο ο Γιουλ «κάρφωσε» και που υποδύεται σε ένα σύντομο πέρασμα ο Μπράντλεϊ Κούπερ με μαλλί ράστα και μια κατακόκκινη με άσπρες ρίγες φόρμα Adidas.

Είναι προφανές ότι ο Νταξ Σέπαρντ έχει δει αρκετό σινεμά και το έχει αφομοιώσει για να φτιάξει κάτι ολότελα δικό του. Και πράγματι σε αυτή την κωμωδία δρόμου θα βρούμε λίγο Κουέντιν Ταραντίνο, λίγο αδελφούς Κοέν (ιδίως «Μεγάλο Λεμπόφσκι»), ακόμη και αδελφούς Μαρξ. 
 
 
 
«Η αγάπη δεν έρχεται μόνη» («Un bonheur n' arrive jamais seul», Γαλλία, 2012) του Τζέιμς Χουθ, με τους Σοφί Μαρσό, Γκαντλ Ελμαλέχ.

Η Σοφί Μαρσό και ο Γκαντ Ελμαλέχ συνθέτουν ένα πάρα πολύ διασκεδαστικό ζευγάρι στην ταινία «Η αγάπη δεν έρχεται μόνη», την ιστορία ενός μεροκαματιάρη αλλά υπερήφανου πιανίστα και μιας πλούσιας μαμάς (παντρεμένης με το αφεντικό του), οι οποίοι κάνουν το... λάθος να ερωτευθούν προκαλώντας έναν απίστευτο πονοκέφαλο στη ζωή τους. Εναν πονοκέφαλο όμως που δεν θέλουν με τίποτε να περάσει.
Από την πρώτη κιόλας συνάντησή τους κάτω από μια μανιασμένη βροχή (όπου τα κάνουν ακόμη πιο πολύ μούσκεμα) αντιλαμβάνεσαι τις διαθέσεις της ταινίας. Και αν ο Ελμαλέχ είναι ειδικός στην κωμωδία, η Μαρσό περνά με άριστα τις εξετάσεις στην α λα σκρούμπολ κωμωδία, είτε όταν της έρχεται στο κούτελο ένα μάτσο κλειδιά είτε όταν τρώει τα μούτρα της στη σκάλα. Ακόμη και οι ατάκες της ταινίας μένουν στη μνήμη. «Ημασταν ελεύθερο ζευγάρι» λέει η Μαρσό στον Ελμαλέχ για έναν προηγούμενο γάμο της. «Εγώ όμως το ζευγάρι, αυτός ο ελεύθερος».
Φλερτ, καλό φαγητό, μπόλικο ποτό, κουβέντες για καρτούν της Ντίσνεϊ όπως οι «Αριστόγατες», καβγαδάκια, ζήλιες, παλιά τραγούδια όπως το «As time goes by» από την «Καζαμπλάνκα» και πολλές, πάρα πολλές αδεξιότητες (π.χ., ο χαμός με τα υδραυλικά στην τουαλέτα της Μαρσό) φτιάχνουν ένα χορταστικό σύνολο για μια όμορφη βραδιά σε θερινό σινεμά.
 
 
 
«Ο υπνωτιστής»
(«Hypnotisoren», Σουηδία, 2012) του Λάσε Χάλστρομ, με τους Μίκαελ Πέρσμπραντ, Τομπίας Ζιλιάκους, Λένα Ολιν.

Τα τελευταία χρόνια η σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία ανθεί και μαζί της ανθούν οι μεταφορές αυτών των βιβλίων στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.  Ο «Επιθεωρητής Βαλάαντερ», «Το κορίτσι με το τατουάζ» και ο «Κυνηγός κεφαλών» υπήρξαν τεράστιες επιτυχίες πρώτα στο χαρτί και μετά στην οθόνη.

Ενα πρόσφατο μπεστ σέλερ είναι και ο «Υπνωτιστής» του Λαρς Κέπλερ.  Εχοντας ξεπεράσει τα 600.000 αντίτυπα στη Σουηδία (στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη), γυρίστηκε ταινία από τον Λάσε Χάλστρομ, έναν σκηνοθέτη που έχει διαπρέψει στο Χόλιγουντ και στην Ευρώπη με ταινίες όπως το «Chocolat», η «Θέα στον ωκεανό» και το «Ψαρεύοντας σολομούς στην Υεμένη». Ο υπνωτιστής του τίτλου είναι ένας κουρασμένος γιατρός (τον υποδύεται πολύ εκφραστικά ο Μίκαελ Πέρσμπραντ), ο οποίος βασανίζεται από αϋπνίες και έχει το χάρισμα να αποσπά την αλήθεια μέσω του υπνωτισμού. Τι θα συμβεί όμως από τη στιγμή που το παιδί του πέσει στα χέρια απαγωγής και ο απαγωγέας ενδεχομένως έχει σχέση με την τελευταία υπόθεση που απασχολεί τον πρώτο;

Η απάντηση βρίσκεται καλά κρυμμένη στο θρίλερ του Χάλστρομ που, χωρίς να είναι το καλύτερο αστυνομικό έργο που έχουμε δει ποτέ, έχει σημεία που πραγματικά σε αναγκάζουν να μην μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από την οθόνη, όπως αυτή στην οποία ένα λεωφορείο βουλιάζει στο παγωμένο νερό.
 
 
ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

 Στο επίκεντρο της ιστορίας στην κωμωδία του Μικαέλ Γιουν «Είναι τρελοί αυτοί οι Γάλλοι» («Vive la France», Γαλλία, 2013) βρίσκονται δύο «καθυστερημένοι» τύποι από το Κράτος του Ταμπουλιστάν οι οποίοι έχουν αναλάβει τρομοκρατικό χτύπημα στον Πύργο του Αϊφελ του Παρισιού. Είναι προφανές ότι το χοντροκομμένο χιούμορ της ταινίας στοχεύει να πλησιάσει εκείνο του «Μπόρατ» του Σάσα Μπάρον Κοέν. Ούτε αυτό δεν καταφέρνει όμως, γιατί αυτή η ταινία φοβάται να γίνει εξίσου τολμηρή και ξεδιάντροπα χυδαία. Τους δύο τύπους υποδύονται ο ίδιος ο σκηνοθέτης και ο καλός ηθοποιός Χοσέ Γκαρσία, γνωστός εδώ από το «Τσεκούρι» του Κώστα Γαβρά. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να τρομοκρατήσουν την αισθητική μας.

Eπαναπροβάλλεται το «Ζούσε τη ζωή της» («Vivre sa vie», Γαλλία, 1962) του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, το χρονικό της «δημιουργίας» μιας πόρνης στο Παρίσι των αρχών της δεκαετίας του 1960. Τη συναντάμε ως υπάλληλο δισκοπωλείου και έχει το πανέμορφο, ζεστό πρόσωπο της τότε συντρόφου του Γκοντάρ Αννα Καρίνα. Βιώνουμε τη μετάλλαξή της μέσα από συναντήσεις με πελάτες, εραστές, φίλους, φίλες, συναδέλφισσες. Στην εισαγωγή της ταινίας και για αρκετή ώρα δεν βλέπουμε παρά την πλάτη της ενώ συνομιλεί με κάποιον σε ένα μπιστρό. Αργότερα ο φακός αρχίζει να «συλλαμβάνει» το πρόσωπό της σε κάθε του έκφραση. Μελαγχολία, ευθυμία, απορία, ανία, οργή. Το πρόσωπο της Καρίνα είναι η μηχανή της ταινίας. Η αφήγηση γίνεται αποσπασματικά με ατάκτως ερριμμένα κεφάλαια, κάτι που ο Γκοντάρ συνηθίζει να κάνει χρησιμοποιώντας τίτλους. Η ταινία μοιάζει με λουκούλειο τραπέζι, στο οποίο όμως τα πιάτα δεν έρχονται με τη σωστή σειρά. Λες και το επιδόρπιο προηγείται του κυρίως πιάτου και το χωνευτικό προσφέρεται στην αρχή. Για τον Γκοντάρ, άλλωστε, σινεμά σημαίνει αρχή, μέση, τέλος, όχι όμως απαραιτήτως με αυτή τη σειρά...
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου