Προσεχώς

Προσεχώς

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Οι ταινίες της εβδομάδας από Πέμπτη 20/12/2012


«Παπαδόπουλος και Σία» («Papadopoulos and sons», Αγγλία, 2012) του Μάρκου Μάρκου, με τους Στίβεν Ντιλέιν, Γιώργο Χωραφά.

Λέγεται Χάρι Παπαδόπουλος και είναι το πρότυπο του σωστού επιχειρηματία. Ελληνικής καταγωγής, χήρος, δύο παιδιά, πολυτελέστατη βίλα, λεφτά με τη σέσουλα και πλήρως προσαρμοσμένος στη βρετανική νοοτροπία. Λόγος για τον οποίο ο Χάρι έχει πετύχει. Γι' αυτό και του δίνουν το βραβείο του επιχειρηματία της χρονιάς.

Αν και το εσωτερικό του σπιτιού του θυμίζει κλινική και η σχέση με τα παιδιά του είναι μάλλον ψυχρή και απόμακρη, ο Χάρι (Στίβεν Ντιλέιν) δείχνει να αγαπά την άψυχη - όλο - δουλειά ζωή του. Ωσπου θα γίνει το μεγάλο μπαμ των τραπεζών (αυτό που ζούμε όλοι μέσα στα τρία τελευταία χρόνια) και ξαφνικά ο Σπύρος θα βρεθεί καταχρεωμένος με την απειλή των τραπεζών πάνω από το κεφάλι του. Αν δεν κάνει κάτι κινδυνεύει να τα χάσει όλα, παρ' ότι η ψυχραιμία του είναι κραυγαλέα - λες και ξέρει ότι κάποιο θαύμα θα τον σώσει.

Και όντως κάτι τέτοιο θα συμβεί όταν στο προσκήνιο εμφανίζεται ο ρέμπελος αδελφός του, ένας άγγελος εξ ουρανού με στυλάκι Αλέξη Ζορμπά. Ο Σπύρος Παπαδόπουλος προτιμά να βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο και ο Γιώργος Χωραφάς που τον υποδύεται δείχνει πραγματικά να ζει τον ρόλο του… Και να τον γουστάρει.

Αυτό λοιπόν είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η ταινία του ελληνοκυπριακής καταγωγής βρετανού σκηνοθέτη Μάρκου Μάρκου, που για πρώτη προσπάθεια στη μεγάλου μήκους δημιουργία αποτελεί το θαυμάσιο ντεμπούτο ενός έξυπνου ανθρώπου, με ματιά και παρατηρητικότητα.

Μέσα στην αθωότητά της (που ενδεχομένως να γλιστρά λιγάκι προς τη μεριά της αφέλειας) αυτή η «μικρή» ταινία με τη μεγάλη ψυχή που απέσπασε το βραβείο κοινού στο τελευταίο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, προασπίζει μια απλούστατη ιδέα η οποία μάλιστα κάποια στιγμή ακούγεται στους διαλόγους: «Προσαρμόσου και θα πετύχεις». Το μόνο που πρέπει να κάνει ο Χάρι, είναι να πιστέψει στο όραμα του Σπύρου να ανοίξουν από την αρχή το παλιό fish n' chips μαγαζάκι από το οποίο είχαν ξεκινήσει πριν οι δρόμοι τους χωρίσουν. Από εκεί και πέρα όλα θα βρουν τον δρόμο τους. Και για χάρη του παραμυθιού, όντως τον βρίσκουν.

Ο Μάρκου κτίζει χαρακτήρες, φτιάχνει ήρωες. Η σκηνή της αποκάλυψης ενός μεγάλου μυστικού των δύο αδελφών στο αυτοκίνητο, είναι πάνω απ' όλα ανθρώπινη και άμεση, χωρίς ποτέ να καταφεύγει στο μελό. Οι επί μέρους λεπτομέρειες της ταινίας έχουν επίσης ενδιαφέρον. Το ντουέτο των αντιπροσώπων της τράπεζας που καταμετρούν τα αντικείμενα του σπιτιού για να τα κατασχέσουν, αποδεικνύεται γκέι ζευγάρι.

Οι Τούρκοι με το μαγαζί κεμπάπ απέναντι από το fish n' chips των Ελλήνων είναι σίγουρα μια σχηματική ιδέα αλλά λειτουργεί καλά. Επίσης, η χρήση της μουσικής είναι εξαιρετική. Η μουσική αρχίζει και τελειώνει με Μίκη Θεοδωράκη, όμως η χρήση δεν διακρίνεται τόσο από στοιχεία φολκλόρ όσο από χιούμορ καθώς επίσης και από τρυφερότητα, μια ανάγκη ίσως του Μάρκου να υποκλιθεί στον μετρ Μιχάλη Κακογιάννη. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί και άλλα κομμάτια που μπορεί να μην έχουν απαραιτήτως άμεση σχέση με την ιστορία της ταινίας αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο ταιριάζουν όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τη «Μάγισσα Θεσσαλονίκη» του Πάνου Γαβαλά, ή με Γιώργο Ζαμπέτα.


«Η ζωή του Πι» («Life of Pi», ΗΠΑ, 2012) του Ανγκ Λι, με τους Σούρατζ Σάρμα, Ιρφάν Καν, Ζεράρ Ντεπαρντιέ

«Τα ζώα έχουν ψυχή, το βλέπω στα μάτια τους» ακούμε κάποια στιγμή στην τελευταία ταινία ενός μεγάλου μάστορα, του Ανγκ Λι, μια κινηματογραφική μεταφορά του διάσημου και στην Ελλάδα μυθιστορήματος του Γιαν Μαρτέλ. Από τα πρώτα κιόλας πλάνα της ταινίας, τρυφερές εικόνες με ελέφαντες, αρκούδες, φλαμίνγκο, πιθήκια, φίδια και άλλα ζώα που κατοικούν σε έναν ζωολογικό κήπο της Ινδίας, καταλαβαίνεις ότι η «Ζωή του Πι», εκτός όλων των άλλων, θα είναι επίσης ένας ύμνος για το μυστήριο του ζωικού βασιλείου.

Ταυτόχρονα βέβαια, είναι και μια σκληρή όσο και γλαφυρή Οδύσσεια, μια ασυνήθιστη περιπέτεια επιβίωσης αλλά και ένα άκρως γοητευτικό παραμύθι, γυρισμένο μέσα στην τελευταία λέξη της τεχνολογίας παρ' ότι στη μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας δεν βλέπουμε παρά ένα αγόρι και μια αρσενική τίγρη πάνω σε μια βάρκα. Ως ώριμος άντρας πλέον (Ιρφάν Καν), το αγόρι, ο Πι, αφηγείται την ιστορία της ταινίας σε έναν καναδό συγγραφέα που του παίρνει συνέντευξη. Είναι ένας ευφυής Ινδός, που πέρασε ανορθόδοξα παιδικά χρόνια αφού ακόμα και το όνομά του, Πι, προέρχεται από την λέξη piscine - πισίνα (ο πατέρας του τον ονόμασε έτσι επειδή λάτρευε τις… πισίνες).

Μετά το ναυάγιο του πλοίου με το οποίο ταξίδευε μαζί με την οικογένειά του, ο Πι θα βρεθεί πάνω σε μια βάρκα, μια κουκκίδα στην απεραντοσύνη του ωκεανού και με μοναδική παρέα του μια αρσενική τίγρη. Παρέα τρόπος του λέγειν βέβαια, γιατί ο Ρίτσαρντ Πάρκερ, όπως είναι το όνομα της τίγρης, δεν έχει καθόλου φιλικές διαθέσεις απέναντι στον συνεπιβάτη του, ενώ τα στοιχειά της θάλασσας αποτελούν μόνιμη απειλή και των δύο. Κακοκαιρία, θαλασσοταραχές, καρχαρίες, έλλειψη φαγητού και νερού. Ο σύγχρονος Μόγλης και μια επιθετική τίγρη μέσα στη ζούγκλα του ωκεανού.

Με όλα αυτά τα δεδομένα βέβαια, εύκολα μπορείς να σκεφτείς ότι η ταινία, σύντομα ή όχι, κάποια στιγμή κινδυνεύει να πέσει στην παγίδα της μονοτονίας και της επανάληψης. Να όμως που  κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ στη «Ζωή του Πι» γιατί ο σχεδιασμός της παραγωγής όπως και η φωτογραφία του Κλάουντιο Μιράντα αγγίζουν τα επίπεδα της μαγείας. Ευφάνταστες εικόνες σε κρατούν σκλαβωμένο στο κάθισμα με τα μάτια σου ορθάνοιχτα και το 3D εδώ αξίζει πραγματικά τα λεφτά του. Δεν ξέρω ειλικρινά τι να πρωτοθυμηθώ, από τη σκηνή του ναυαγίου ως εκείνη με τη φάλαινα ή την επίθεση των φτερωτών ψαριών, πολλά από τα οποία καταλήγουν στο στομάχι των συνεπιβατών, μια σκηνή που μέσα στην αγριότητά της έχει μέχρι και χιούμορ.

«Πάνω απ' όλα μη χάνετε την ελπίδα σας» διαβάζει ο Πι στο εγχειρίδιο επιβίωσης του ναυαγού. Ο Πι δεν θα τη χάσει ποτέ, ούτε όμως και ο Ρίτσαρντ Πάρκερ. Η κοινή επιβίωση  ανθρώπου - ζώου αποκτά μια μεταφυσική δύναμη σε τούτη την ταινία και το αποτέλεσμα παρουσιάζεται μέσα σε μια σειρά από σκηνές που διανθίζονται από ποικιλία συναισθημάτων, από την εχθρότητα και το μίσος μέχρι τη συμφιλίωση και την αγάπη. Ο Λι ωστόσο, ποτέ δεν ξεχνά ότι η τίγρη είναι ένα άγριο ζώο και χάρη στη σκηνοθετική ακρίβειά του απαγορεύει τον εξωραϊσμό του θέματος. Συνεπώς η «Ζωή του Πι» αποκτά την εικόνα ενός άκρως ρεαλιστικού παραμυθιού που σε κερδίζει με την ειλικρίνειά του. Τρεις υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες (καλύτερης δραματικής ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου) και να είστε βέβαιοι για μια παρουσία στα προσεχή Οσκαρ.

«Το μερίδιο των αγγέλων» («The angel's share», Αγγλία, 2012) του Κεν Λόουτς, με τους Πολ Μπράνινγκαν, Τζον Χένσο.

Κατ' αρχάς απαραίτητη κρίνεται μια εξήγηση γα τον παράδοξο τίτλο «Angel's share», που πολύ σωστά μεταφράστηκε «μερίδιο του αγγέλου». Ετσι αποκαλούν στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2% της ποσότητας του ουίσκι που εξατμίζεται ανεξήγητα κατά την παλαίωση. Κατά κάποιον τρόπο θα μπορούσες να πεις ότι αυτό το ποσοστό είναι το πνεύμα του αλκοολούχου ποτού που χάνεται κατά τη διάρκεια της κατασκευής του. Μια σημειολογία που έχει αρκετό ενδιαφέρον και με τον τρόπο της παίζει ρόλο στην τελευταία ταινία του Κεν Λόουτς.

Το όμορφο με αυτόν τον σκηνοθέτη είναι ότι ακόμα και στις πιο σκληρές ταινίες του όπως το «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι» δεν θα πει όχι σε μια στάλα χιούμορ. Αλλού βέβαια, το χιούμορ είναι πιο έντονο, θυμίζω τη «Βροχή από πέτρες». Ομως κωμωδίες δεν συνηθίζει να γυρίζει και αυτή η τελευταία ταινία του, πέρα από καθετί, είναι μια κωμωδία. Ακόμα και μια κωμωδία του Κεν Λόουτς όμως, δεν θα μπορούσε παρά να πλαισιωθεί μέσα στο σύνηθες κοινωνικό πλαίσιο που χαρακτηρίζει τον κόσμο των ταινιών του.

Οντως, το «Μερίδιο των αγγέλων» αναφέρεται σε ανθρώπους του περιθωρίου, φτωχούς, κατατρεγμένους και ταλαιπωρημένους, οι οποίοι όμως έχουν επιλέξει να αντιμετωπίζουν τα προβλήματά τους με χαμόγελο. Γι' αυτό άλλωστε ανήκει στις πιο αισιόδοξες δημιουργίες του Λόουτς, που δεν έχει προδώσει ποτέ το σινεμά που αγαπά και υποστηρίζει.

Οι βασικοί ήρωες της ταινίας που γράφτηκε από τον Πολ Λάβερτι, μόνιμο σεναριογράφο του Λόους, είναι μια νεανική παρέα από φιλαράκια που αντί ποινής για τα διάφορα αδικήματα που διέπραξαν έχουν καταδικαστεί σε ώρες κοινωνικής εργασίας. Πυρήνας της ιστορίας είναι ένας από αυτούς (Πολ Μπράνιγκαν), ο οποίος έχει αφήσει πίσω του ένα βίαιο παρελθόν γιατί προσφάτως έγινε πατέρας. Για χάρη του παιδιού του άλλωστε, ο νεαρός αποφασίζει να αξιοποιήσει ένα κρυφό ταλέντο του, την οσμή, μέσω της οποίας αντιλαμβάνεται την ποιότητα του ουίσκι.

Από εκεί αρχίζει η κωμωδία. Το ταλέντο του νεαρού θα χρησιμεύσει για μια κομπίνα που μπορεί να επιφέρει πολλά λεφτά σε όλη την παρέα, οι περιπέτειες της οποίας προσωπικά μου θύμισαν ως και παλιές βρετανικές κωμωδίες των Ealing Studios όπως «Η συμμορία των εντιμότατων» («The Lavender Hill mob») του Τσαρλς Κράιτον.

Μικρή μεν ταινία, αλλά όπως όλες του σκηνοθέτη, στακάτη, άμεση και σε διαρκή εγρήγορση, νιώθεις ότι ο ρυθμός της δεν σταματά ποτέ. Ενδεχομένως η σκωτσέζικη λαϊκή γλώσσα με τα δεκάδες «for fuck's sake» να ενοχλήσει λιγάκι αλλά εδώ που τα λέμε δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.

ΣΑΜΜΥ 2

Προβάλλονται επίσης μεταγλωττισμένα τα συμπαθητικά κινούμενα σχέδια βελγικής παραγωγής 2012 «Sammy 2» σε σκηνοθεσία Μπεν Στάσεν. Δύο μικρές χελώνες θα ζήσουν τρελές περιπέτειες στην προσπάθειά τους να αποδράσουν από τη φυλακή λαθροκυνηγών μαζί με άλλα θαλάσσια πλάσματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου